λατομητός

λατομητός
-ή,-όν A 0-2-0-0-0=2 2 Kgs 12,13; 22,6
hewn; neol.?

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • λατομητός — λατομητός, ή, όν (Α) [λατομώ] 1. αυτός που λατομήθηκε, που κόπηκε από βράχο 2. (για λίθο) πελεκητός, πελεκημένος πάνω στον βράχο (α. «κλίμακα λατομητήν», Στράβ. β. «λίθους λατομητούς», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • λατομητῶν — λατομητός hewn out of a rock fem gen pl λατομητός hewn out of a rock masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομητόν — λατομητός hewn out of a rock masc acc sg λατομητός hewn out of a rock neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομηταί — λατομητός hewn out of a rock fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομητούς — λατομητός hewn out of a rock masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομητή — λατομητός hewn out of a rock fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομητήν — λατομητός hewn out of a rock fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λατομητῷ — λατομητός hewn out of a rock masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλατόμητος — η, ο (AM ἀλατόμητος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που δεν λατομήθηκε, που δεν κόπηκε από λατομείο 2. (για τη γη) αυτή στην οποία δεν δημιουργήθηκαν, δεν ανοίχθηκαν λατομεία αρχ. μσν. ο αλάξευτος, απετροκόπητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + λατομητός <… …   Dictionary of Greek

  • ԿՈՓԱԾՈՅ — (ի, ից.) NBH 1 1126 Chronological Sequence: Unknown date, 8c, 11c, 13c ա.գ. λελεξαμένος, λαξευτός, τμητός , λατομητός excisus, dolatus, politus, sectus, rasus. գրի եւ ԿՈՓԱԾՈՒ կամ ԿՈՓՈՒԱԾՈՅ. Կոփեալ. կոփմամբ հատեալ, քերեալ, կոկեալ, շինեալ. տաշածոյ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ՔԱՐԱԿՈՓ — (ի, ից, կամ աց.) NBH 2 0995 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 13c, 14c ա. մ. λατομητός excisus e lapide ξυστός rasus, politus. Կոփեալ ʼի քարանց. քարկոփ. քարակուռ. քարաշէն. կոփածցոյ. տաշեայ. ... *Դնել կարգս երիքարակոփս.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”